Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Τα περιοδικά που ονειρεύομαι: Κείμενο της Μαρίας Πετρίτση αποκλειστικά για το μπλογκ



Το περιοδικό

της Μαρίας Πετρίτση*


Δεν ζούμε πια στην εποχή του Αντί, της Βαβέλ, του Σινεμά ή του παλιού Διαβάζω. Η εξειδίκευση σε ένα συγκεκριμένο θέμα και η αυτονομία στο περιεχόμενο αναλόγως με το ύφος του εντύπου ήταν κάποτε αυτό που σήμερα τείνει να καταστεί ένας άρρητος νόμος, ένας κανόνας αξιών που ξεθωριάζει, και κάποια στιγμή δείχνει πως ενδέχεται να εξαφανιστεί εντελώς.
Τα αθλητικά περιοδικά, για παράδειγμα, προσφέρουν ταυτόχρονα και διατροφικές συνταγές, διαφημίζουν σπόνσορες και τουριστικούς προορισμούς για αθλήματα και όχι μόνο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά προτείνουν νέες κυκλοφορίες εκδοτών που τα χρηματοδοτούν, προωθούν νέες φωνές από διάφορους χώρους με ικανές δημόσιες σχέσεις, κάνουν αφιερώματα σε ρεύματα, φωνές και τάσεις της τελευταίας λέξης της μόδας – ή έστω κάποιας μόδας που επανήλθε και πουλάει παντού -  και αναφέρονται τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση, ενίοτε θεωρώντας τα δίδυμα αδέλφια. Τα περιοδικά μαγειρικής εκτός από συνταγές προβάλλουν μάρκες σκευών και συσκευών, τηλεοπτικές εκπομπές μαγείρων-αστέρων της τηλεόρασης, και παραπέμπουν σε εστιατόρια γνωστών ονομάτων του χώρου ή σε προορισμούς που αντέχουν τη διαφήμιση στη δεξιά σελίδα του εντύπου. Τα περιοδικά κόμιξ διαφημίζουν εμπορικά καταστήματα, εικαστικούς χώρους, προβάλλουν πολιτικές ομάδες, εκδότες και εκθέσεις ποικίλου ενδιαφέροντος, που σε άλλη περίπτωση θα είχαν τη θέση τους σε κάποια ενημερωτική στήλη εφημερίδας, στη σελίδα Εκδηλώσεις κλπ ως αναφορές ημερολογίου και μόνο.
Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά καθολικό, και διατηρεί ευτυχώς τις φωτεινές εξαιρέσεις του. Δεν είναι όλα τα περιοδικά ίδια, ούτε έχουν υποκύψει στο σύνολό τους στις χάρες του μάρκετινγκ και της διαφήμισης προς άγραν κονδυλίων. Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη αυτή τάση στο χώρο είναι σαφής και δυστυχώς δείχνει να εξαπλώνεται όλο και περισσότερο καθώς περνά ο καιρός και "εκσυγχρονίζονται" όλα.
Ένα ιδανικό σύγχρονο περιοδικό, εφόσον δεν θα ήταν μονοθεματικό φυσικά και άρα απολύτως εξειδικευμένο, θα όφειλε καταρχάς να αποσκοπεί στην προσέλκυση αρκετών ειδών αναγνωστών με συγκεκριμένες απαιτήσεις όσον αφορά την ενημέρωσή τους για τα δρώμενα. Διατηρώντας κάποιο επίπεδο ύλης, θεμάτων και προτάσεων, θα όφειλε να απευθύνεται τόσο σε στοχευμένο όσο και σε κάπως ευρύτερο κοινό. Συνδυάζοντας ενδιαφέροντα από χώρους συναφείς μεταξύ τους, ένα καλλιτεχνικό περιοδικό, για παράδειγμα, θα μπορούσε να πληροφορεί προτείνοντας τάσεις τόσο από το χώρο των εικαστικών τεχνών όσο και από αυτόν της τεχνολογίας η οποία τίθεται σε εφαρμογή σε σύγχρονες καλλιτεχνικές τάσεις και ρεύματα. Θα μπορούσε να προβάλλει και να ενημερώνει για περισσότερες τέχνες που φαινομενικά δεν έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, επί της ουσίας όμως η σύνδεση μεταξύ διαφορετικών ειδών τέχνης θα ήταν ο συνδετικός κρίκος τόσο για την ενημέρωση όσο και για τη στόχευση ενός κοινού με ευρύτερα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και δραστηριότητες, ακόμη και σε επίπεδο καινοτομίας. Κινηματογράφος, μουσική, θέατρο, εκθέσεις, προβολές, εικαστικά, σελίδες, στήλες, συνεντεύξεις, παραπομπές. Ένα πλήρες, πολυσέλιδο ρεπορτάζ-έντυπο τόσο για τους ανθρώπους που αναζητούν τα νέα της τέχνης όσο και για εκείνους που την τροφοδοτούν, απαλλαγμένο όσο το δυνατόν περισσότερο από ανακοινώσεις συμμαχιών, πληρωμένες συστάσεις και μονοδιάστατες προτάσεις του οφέλους.
Είναι δύσκολο σε μια εποχή κρίσης ένα περιοδικό να καταφέρει να διατηρήσει την αυτονομία του, και φυσικά απαιτεί πόρους οι οποίοι συχνά εξασφαλίζονται από τις διαφημίσεις. Ένα ιδανικό περιοδικό, σε οποιαδήποτε εποχή, θα ήταν ένα περιοδικό ενημέρωσης ανεξάρτητο από σπόνσορες που θα επηρέαζαν την ποιότητά του, με συνεργάτες καταρτισμένους και υποδομές. Όποια και αν ήταν η θεματική του, αν την προσέγγιζε με στόχευση την παροχή πληροφορίας και όχι κατά κύριο λόγο το εκδοτικό κέρδος, είναι βέβαιο πως θα έβρισκε την απήχησή του στο αναγνωστικό του κοινό.
Ο πιστός αναγνώστης, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά, είναι εκείνος που ταυτίζεται με το έντυπό του, που το θεωρεί κομμάτι της προσωπικότητας και της καθημερινότητάς του και που αντλεί ένα είδος σεβασμού και ικανοποίησης από τις σελίδες του. Ένα αγαπημένο έντυπο έχει προσωπικότητα και ταυτότητα. Πέρα από την ενημέρωση καθεαυτή, το ύφος, η ποιότητα και οι αξιώσεις ενός σοβαρού και έντιμου περιοδικού θα έπρεπε να αποτελούσαν την κύρια μέριμνα των εκδοτών οι οποίοι θα ήθελαν όχι μόνο να κατοχυρώσουν αγοραστές του εντύπου τους αλλά και να προσεγγίσουν και να μεταδώσουν ένα είδος αφύπνισης, καλλιέργειας και υψηλής αισθητικής που είναι βέβαιο πως πολλοί αναγνώστες θα εκτιμούσαν. 

* Η Μαρία Πετρίτση κατάγεται από το Λουτράκι. Σπούδασε μετάφραση στην Κέρκυρα και στο Βέλγιο. Ζει μεταξύ Αθηνών και Βρυξελλών, όπου εργάζεται ως υπεύθυνη ειδικών εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διηγήματα, βιβλιοπαρουσιάσεις και λογοτεχνικές κριτικές της δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως "Μανδραγόρας", "(δε)κατα", "Φαινόμενο του Λουξεμβούργου", "Μητροπολιτικές Ιστορίες", "Πλανόδιον", κ.λπ., στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Στάχτες" και στο διαδίκτυο. Από το 2011 αρθρογραφεί στην εφημερίδα "Ο δρόμος της Αριστεράς". Διατηρεί ιστολόγιο με τον τίτλο www.thethreewishes.wordpress.com.
Πιο πρόσφατο βιβλίο της "Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση " (bibliotheque)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου